αυτοεξυπηρετούμαι

αυτοεξυπηρετούμαι
самому себя обслуживать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "αυτοεξυπηρετούμαι" в других словарях:

  • αυτοεξυπηρετούμαι — αυτοεξυπηρετούμαι, αυτοεξυπηρετήθηκα βλ. πίν. 74 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αυτοεξυπηρετούμαι — 1. παίρνω ψώνια ή φαγητό χωρίς τη μεσολάβηση υπαλλήλων του καταστήματος 2. μπορώ να φροντίζω τον εαυτό μου (στο φαγητό, στην ατομική καθαριότητα κ.λπ.) …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»